H Καβάλα είναι πρωτεύουσα της περιφερειακής ενότητας Καβάλας  και γεωγραφικά βρίσκεται στην Ανατολική Μακεδονία. Η πόλη της Καβάλας είναι χτισμένη στους πρόποδες του όρους Σύμβολο και είναι η δεύτερη μεγάλη πόλη της Μακεδονίας. Απέχει 680 χιλιόμετρα από την Αθήνα και 165 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη. Ο μόνιμος πληθυσμός της πόλης φτάνει τους 54.027 κάτοικους σύμφωνα με την απογραφή του 2011, ενώ ο συνολικός πληθυσμός του δήμου Καβάλας είναι περίπου 70.501 κάτοικοι.

Η ιστορία της Καβάλας ξεκινά από τους Προϊστορικούς χρόνους και εκτείνεται μέχρι σήμερα. Οι αναφορές για αυτήν από την μία χάνονται στις ομηρικές αφηγήσεις και από την άλλη καταγράφονται στα αρχεία της Αθηναϊκής Συμμαχίας. Από την μία η πόλη έγινε παγκοσμίως γνωστή για την άφιξη των δημοκρατικών στρατευμάτων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ενόψει της ιστορικής μάχης των Φιλίππων και από την άλλη για την άφιξη του Αποστόλου Παύλου, κάνοντας την Νεάπολη (σημερινή Καβάλα) πρώτη ευρωπαϊκή πόλη που δέχτηκε το χριστιανισμό. Είναι διάσημη για τα μεγαλοπρεπή έργα Βυζαντινών και Τούρκων (όπως το Κάστρο και οι Καμάρες) όσο και για το ότι αποτέλεσε γενέτειρα του Μεχμέτ Αλί, αντιβασιλέα της Αιγύπτου. Παράλληλα η νεότερη ιστορία της πόλης παρουσιάζει εξίσου ενδιαφέρον, τόσο για την καπνεργασία και τις πρώτες απεργίες στα Βαλκάνια (1896) όσο και για την πλούσια βιομηχανική δραστηριότητα με κυρίαρχη αυτή του μαύρου χρυσού.

Τα παλαιότερα ευρήματα που βρέθηκαν στο νομό Καβάλας, ήρθαν στο φως τη δεκαετία του '50 στην περιοχή «Τζίνες» της Θάσου (ορεινή περιοχή κοντά στα Λιμενάρια) και αφορούν εργαλεία εξόρυξης ώχρας της Νεοτέρης Παλαιολιθικής, περίπου 20.300 χρόνων π.Χ. Εκείνη την περίοδο η στάθμη της θάλασσας ήταν πολύ χαμηλότερα από την σημερινή, με αποτέλεσμα η νήσος της Θάσου να συνδέεται μέσω χερσονήσου με την ενδοχώρα. Όμως κατά την Μεσολιθική εποχή που η θερμοκρασία του περιβάλλοντος αυξήθηκε και έλιωσαν οι παγετώνες, τα νερά της θάλασσας πλημμύρισαν την μέχρι πρότινος πεδιάδα. Η μετάβαση στην Νεολιθική εποχή χαρακτηρίστηκε από την μόνιμη εγκατάσταση με την ίδρυση των πρώτων οικισμών, την εξημέρωση των ζώων και την καλλιέργεια της γης. Οι πρώτες οργανωμένες κοινωνίες εμφανίζονται στην Πεδιάδα των Φιλίππων γύρω στα 5.600 π.Χ. Πιο γνωστές θέσεις γενικότερα στον νομό Καβάλας για την περίοδο της Νεολιθικής είναι στη θέση Ντιλικι Τας (=Όρθια Πέτρα στα τούρκικα), που παρουσιάζει κατοίκηση από την Μέση Νεολιθική, η θέση που βρίσκεται κοντά στο χωριό Ακροπόταμος, η θέση που βρίσκεται κοντά στον Παράδεισο και ο προϊστορικός οικισμός των Λιμεναρίων Θάσου. Πολλοί οικισμοί παρουσιάζουν συνεχή κατοίκηση και την εποχή του Χαλκού, με σημαντικότερα ευρήματα, αυτά από το προϊστορικό νεκροταφείο του οικισμού Καστρί Θάσου και της Σκάλας Σωτήρα Θάσου.

Η θέση μάλιστα στο Καστρί αποτελεί τον μοναδικό οικισμό στα Βαλκάνια που ήταν περιτοιχισμένος. Η τελική φάση της Εποχής του Χαλκού σφραγίζεται με τη μυκηναϊκή διείσδυση. Αγγεία μυκηναϊκά ή τοπικές μιμήσεις τους, χάλκινα μαχαίρια μυκηναϊκού τύπου καθώς και άλλα αντικείμενα είναι μάρτυρες των εμπορικών επαφών της νότιας Θάσου με Νοτιοελλαδίτες θαλασσοπόρους. Αν και μη χρονολογημένες, πιο γνωστές είναι οι θαυμάσιες βραχογραφίες κοντά στο σημερινό χωριό Φίλιπποι. Η σημερινή πόλη της Καβάλας χτίστηκε επάνω σε δύο προϊστορικές θέσεις, την Αντισσάρα, τη σημερινή Καλαμίτσα, καθώς και του οικισμού της εποχής του Σιδήρου που εντοπίστηκε ανατολικά της πόλης, στην περιοχή Περιγιαλίου. Λόγω της ανεξέλεγκτης οικοδόμησης κυρίως στα μέσα του 20ου αιώνα, διασώζεται μόνο είναι ένα τμήμα του τείχους της Αντισσάρας, ανάμεσα στις πολυκατοικίες της σύγχρονης πόλης. Αρκετά ευρήματα της προϊστορικής περιόδου υπάρχουν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας (κυρίως της θέση του Ντικιλί Τας) καθώς και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θάσου στο Λιμένα

Μετά από μακροχρόνιους πολέμους (που σύμφωνα με την ιστορία έλαβε μέρος και ο ποιητής Αρχίλοχος) με τα θρακικά φύλα που διέμεναν στη περιοχή, οι Θάσιοι για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικότερα τις θρακικές επιδρομές, γύρω στα μέσα του 7ου αιώνα π.Χ., ιδρύουν την Νεάπολη. Εκτός της στρατηγική της θέση, στο δρόμο που συνέδεε την Ανατολή με την Δύση, καθώς και το φυσικό της λιμένα, η Νεάπολη βρισκόταν ανάμεσα στην εύφορη και πλούσια σε μεταλλεύματα Θάσο, κοντά στο χρυσοφόρο Παγγαίο όρος και ακριβώς δίπλα στις εύφορες πεδιάδες των Φιλίππων και του Νέστου.

Υπήρξε μέλος της Α’ Αθηναϊκής Συμμαχίας και της Β’ Αθηναϊκής Συμμαχίας η οποία και μνημονεύεται στους φορολογικούς καταλόγους. Τα τιμητικά ψηφίσματα του αθηναϊκού δήμου, εγκωμιάζουν την Νεάπολη, για την συμπαράστασή της στην Αθήνα, κατά την ταραχώδη περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου. Πρωταρχική λατρεία στην πόλη αυτήν την περίοδο ήταν η πολιούχος Θεά της Παρθένου. Η αυτονομία της Νεάπολης φαίνεται και από τα αργυρά νομίσματα (στατήρες), που αρχίζουν να χρησιμοποιούνται λίγο πριν το 500 π.Χ. με την απεικόνιση της γοργούς πάντα στην μια τους όψη (που είχε ως σημασία, να διώχνει την κακοτυχία). Η Νεάπολη έμεινε σύμμαχος της Αθήνας μέχρι το 340 π.Χ., όταν την κατέλαβε ο Φίλιππος ο Β' προσαρτώντας την στο Μακεδονικό βασίλειο. Η θέση της Νεάπολης σήμερα τοποθετείται στη χερσόνησο της Παναγίας χωρίς να γίνει σαφές το ακριβές της σημείο (τεκμηριώθηκε μονάχα η θέση του ιερού της παρθένου). Τα ευρήματα της Νεαπόλεως εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας.

Media